μεστώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεστώνω < αρχαία ελληνική μεστόω / μεστῶ < μεστός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.ˈstɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεστώνω

  1. για καρπούς, φρούτα κ.λπ.
    1. κάνω κάτι μεστό, ολοκληρώνω το σχηματισμό του
    2. ωριμάζω
  2. για πρόσωπα
    1. ολοκληρώνομαι σωματικά και πνευματικά, ωριμάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]