μετάγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετάγω < αρχαία ελληνική μετάγω

Ρήμα[επεξεργασία]

μετάγω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]