μετάλλευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετάλλευμα μεταλλεύματα
γενική μεταλλεύματος μεταλλευμάτων
αιτιατική μετάλλευμα μεταλλεύματα
κλητική μετάλλευμα μεταλλεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μετάλλευμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μετάλλευμα ουδέτερο

  1. υλικό που περιέχει αναμεμειγμένη ποσότητα κάποιου χρήσιμου μέταλλου ή κράματος

32πχ Μεταφράσεις[]