μεταβάλλομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος μεταβάλλω < μετά + βάλλω

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταβάλλομαι, πρτ.: μεταβαλλόμουν, στ.μέλλ.: θα μεταβληθώ, αόρ.: μεταβλήθηκα, μτχ. ενεστ. μεταβαλλόμενος

  1. αλλάζει η μορφή ή οι απόψεις μου, μεταμορφώνομαι, τροποποιούμαι
    Μεταβάλλονται οι απόψεις -γι' αυτό υπάρχει ο διάλογος
    Ήταν πράος, αλλά με αυτό το δράμα που έζησε, μεταβλήθηκε σε τέρας!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]