μεταβαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταβαίνω < αρχαία ελληνική μεταβαίνω < μετά + βαίνω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷem-

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταβαίνω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]