μεταγενέστερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεταγενέστερος μεταγενέστερη μεταγενέστερο
γενική μεταγενέστερου μεταγενέστερης μεταγενέστερου
αιτιατική μεταγενέστερο μεταγενέστερη μεταγενέστερο
κλητική μεταγενέστερε μεταγενέστερη μεταγενέστερο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταγενέστεροι μεταγενέστερες μεταγενέστερα
γενική μεταγενέστερων μεταγενέστερων μεταγενέστερων
αιτιατική μεταγενέστερους μεταγενέστερες μεταγενέστερα
κλητική μεταγενέστεροι μεταγενέστερες μεταγενέστερα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταγενέστερος < συγκριτικός βαθμός του ελληνιστικού επιθέτου μεταγενής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεταγενέστερος, η, ο

  1. αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων
    ο Επίκτητος ήταν μεταγενέστερος του Ζήνωνα του Στωϊκού (γεννήθηκε πολύ αργότερα ή ανήκε απλώς στην επόμενη γενιά)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα:: προγενέστερος, παλαιότερος
  2. (ειδικότερα) (γλωσσολογία) για ελληνικό λέξημα ή λέξη που δημιουργήθηκε από τον 3ο π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]