μεταδοκέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταδοκέω < μετά + δοκέω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεταδοκέω-μεταδοκῶ

δείσασα μή σφι μεταδόξῃ (: φοβούμενη μην αλλάξουν γνώμη, Ηρόδ. 5.92.δ')
μεταδεδογμένον μοι μὴ στρατεύεσθαι (: αφού άλλαξα γνώμη και είμαι υπέρ του να μη γίνει η εκστρατεία , Ηρόδ. 7.13)