Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεταδομισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεταδομισμός οι μεταδομισμοί
      γενική του μεταδομισμού των μεταδομισμών
    αιτιατική τον μεταδομισμό τους μεταδομισμούς
     κλητική μεταδομισμέ μεταδομισμοί
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταδομισμός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική post–structuralism.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε μετα- + δομισμός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.ðo.miˈzmos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταδομισμός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταδομισμός αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. μεταδομισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)