μετακάρπιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μετακάρπιος < μετακάρπιο + -ος
Επίθετο
[επεξεργασία]μετακάρπιος
- που έχει σχέση με το μετακάρπιο ή αναφέρεται σ’ αυτό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μετακάρπιος
|
|