μεταλλάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταλλάω < → λείπει η ετυμολογία


Ρήμα[επεξεργασία]

μεταλλάω

  • ερευνώ, ψάχνω, αναζητώ προσεκτικά
    ἀλλ' ἐμοὶ οὐ φίλον ἐστὶ μεταλλῆσαι καὶ ἐρέσθαι (Ομήρου Οδύσσεια 14 (ξ), στ. 378)