μεταμάγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταμάγος μεταμάγοι
γενική μεταμάγου μεταμάγων
αιτιατική μεταμάγο μεταμάγους
κλητική μεταμάγε μεταμάγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταμάγος < μετα- +μεταγενέστερη ελληνική μάγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταμάγος αρσενικό, μάγισσα θηλυκό

  1. (σκωπτικά) ή (μειωτικά) ο επιστήμονας
  2. άτομο που αναλύει ή προκαλεί απίστευτα φαινόμενα, χωρίς να επικαλείται το μεταφυσικό
  3. αυτός που "μαγεύει", δηλαδή προκαλεί το δέος, χωρίς να επικαλείται το μεταφυσικό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • ο Arthur T. Benjamin στο World Science Festival[1]


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]