μεταμορφώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταμορφώνομαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος μεταμορφώνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.mɔɾ.ˈfɔ.nɔ.mɛ/

Ρήμα[επεξεργασία]

μεταμορφώνομαι, πρτ.: μεταμορφωνόμουν, στ.μέλλ.: θα μεταμορμοθώ, αόρ.: μεταμορφώθηκα, μτχ.π.π.: μεταμορφωμένος

  1. αλλάζω εξωτερική μορφή, αποκτώ μια μορφή τελείως διαφορετική από την προηγούμενη ή τη συνηθισμένη μου
    1. με μαγικό τρόπο
      η γριά μάγισσα μεταμορφώθηκε σε λιοντάρι
    2. για να υποδηλωθεί ριζική αλλαγή, εξωτερική ή/και εσωτερική
      ο δειλός και αδέξιος φοιτητάκος μεταμορφώθηκε σε έναν δυναμικό και γεμάτο αυτοπεποίθηση άντρα

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]