μεταμορφώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεταμορφώνω < μεταγενέστερη ελληνική < μετά + μορφώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.mɔɾ.ˈfɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

μεταμορφώνω

  1. αλλάζω την μορφή κάποιου (συνήθως με υπερφυσικό τρόπο)
    Σε ένα παραμύθι, η μάγισσα μεταμόρφωσε τον πρίγκιπα σε βάτραχο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]