μετανάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετανάστης μετανάστες
γενική μετανάστη μεταναστών
αιτιατική μετανάστη μετανάστες
κλητική μετανάστη μετανάστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετανάστης < αρχαία ελληνική μετανάστης < μετά + ναίω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈna.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετανάστης αρσενικό (θηλυκό: μετανάστρια)

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  1. εσωτερικός μετανάστης: αυτός που εγκαταλείπει ένα τόπο της χώρας του για να μείνει σε ένα άλλο τόπο στην ίδια χώρα
    μετανάστευσε στο Βόλο
  2. εξωτερικός μετανάστης: αυτός που εγκαταλείπει τη χώρα του για να εγκατασταθεί σε μια ξένη χώρα
    μετανάστευσε στη Γαλλία

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]