μετανάστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μετανάστης οι μετανάστες
      γενική του μετανάστη των μεταναστών
    αιτιατική τον μετανάστη τους μετανάστες
     κλητική μετανάστη μετανάστες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετανάστης < αρχαία ελληνική μετανάστης < μετά + ναίω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /me.taˈna.stis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετανάστης αρσενικό (θηλυκό: μετανάστρια)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  1. εσωτερικός μετανάστης: αυτός που εγκαταλείπει ένα τόπο της χώρας του για να μείνει σε ένα άλλο τόπο στην ίδια χώρα
    μετανάστευσε στο Βόλο
  2. εξωτερικός μετανάστης: αυτός που εγκαταλείπει τη χώρα του για να εγκατασταθεί σε μια ξένη χώρα
    μετανάστευσε στη Γαλλία

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]