μεταναστεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταναστεύω < αρχαία ελληνική μεταναστεύω < μετανάστης

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεταναστεύω

  1. φεύγω, με τη θέλησή μου, από έναν τόπο για να εγκατασταθώ σε έναν άλλο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]