μεταπνευμονοϊός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταπνευμονοϊός < μετα- + πνευμονοϊός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική metapneumovirus)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεταπνευμονοϊός αρσενικό
- (ιατρική) γένος RNA ιών της οικογένειας Pneumoviridae, που περιλαμβάνει παθογόνα υπεύθυνα για αναπνευστικές λοιμώξεις σε ανθρώπους και ζώα
- ※ Το Πεκίνο αναγνώρισε την αύξηση κρουσμάτων του ανθρώπινου μεταπνευμονοϊού (HMPV), ιδιαίτερα στα παιδιά, αποδίδοντάς την σε εποχική έξαρση. (www.lifo.gr, 07.01.2025)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταπνευμονοϊός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα μετα- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)