Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεταπνευμονοϊός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μεταπνευμονοϊός οι μεταπνευμονοϊοί
      γενική του μεταπνευμονοϊού των μεταπνευμονοϊών
    αιτιατική τον μεταπνευμονοϊό τους μεταπνευμονοϊούς
     κλητική μεταπνευμονοϊέ μεταπνευμονοϊοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταπνευμονοϊός < μετα- + πνευμονοϊός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική metapneumovirus)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταπνευμονοϊός αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]