μεταρηματικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μεταρηματικός μεταρηματική μεταρηματικό
γενική μεταρηματικού μεταρηματικής μεταρηματικού
αιτιατική μεταρηματικό μεταρηματική μεταρηματικό
κλητική μεταρηματικέ μεταρηματική μεταρηματικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταρηματικοί μεταρηματικές μεταρηματικά
γενική μεταρηματικών μεταρηματικών μεταρηματικών
αιτιατική μεταρηματικούς μεταρηματικές μεταρηματικά
κλητική μεταρηματικοί μεταρηματικές μεταρηματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταρηματικός < μετα- + ρηματικός, (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική deverbativ ή γαλλική déverbal[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mε.ta.ɾi.ma.tiˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεταρηματικός

  • (γλωσσολογία) ο σχετικός με ή αναφερόμενος σε λέξη που παράγεται από ρήμα
    μεταρηματικό επίθημα -ητό (ροχαλίζω - ροχαλητό)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. μεταρηματικός στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.