Μετάβαση στο περιεχόμενο

μεταρηματικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταρηματικός η μεταρηματική το μεταρηματικό
      γενική του μεταρηματικού της μεταρηματικής του μεταρηματικού
    αιτιατική τον μεταρηματικό τη μεταρηματική το μεταρηματικό
     κλητική μεταρηματικέ μεταρηματική μεταρηματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταρηματικοί οι μεταρηματικές τα μεταρηματικά
      γενική των μεταρηματικών των μεταρηματικών των μεταρηματικών
    αιτιατική τους μεταρηματικούς τις μεταρηματικές τα μεταρηματικά
     κλητική μεταρηματικοί μεταρηματικές μεταρηματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταρηματικός < Η γραφή αυτή, η οποία χρησιμοποιήθηκε στο ΛΚΝ, μάλλον προέκυψε από σφαλερό σχηματισμό ή ανορθογραφία. Για το μεσοφωνηεντικό -ρρ- σε σύνθεση παραβάλετε μεταρρύθμιση, πρόρρηση, επίρρημα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.ɾi.ma.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μεταρηματικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

μεταρηματικός, -ή, -ό