μεταρρύθμιση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταρρύθμιση μεταρρυθμίσεις
γενική μεταρρύθμισης
& μεταρρυθμίσεως
μεταρρυθμίσεων
αιτιατική μεταρρύθμιση μεταρρυθμίσεις
κλητική μεταρρύθμιση μεταρρυθμίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταρρύθμιση < μεσαιωνική ελληνική μεταρρύθμισις < αρχαία ελληνική μεταρρυθμίζω < μετά + ῥυθμίζω < ῥυθμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.ˈɾi.θmi.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταρρύθμιση θηλυκό

  1. σύνολο σημαντικών αλλαγών σε έναν τομέα, που αποσκοπούν στη λύση προβλημάτων, την εύρυθμη λειτουργία του, την προσαρμογή του σε νέα δεδομένα κ.λπ.
    εκπαιδευτική μεταρρύθμιση
  2. (θρησκεία) Μεταρρύθμιση: η κίνηση για την αναμόρφωση της Καθολικής Εκκλησίας που ξεκίνησε με τον Μαρτίνο Λούθηρο και δημιούργησε τις προτεσταντικές εκκλησίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]