μετασχηματισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μετασχηματισμός οι μετασχηματισμοί
      γενική του μετασχηματισμού των μετασχηματισμών
    αιτιατική τον μετασχηματισμό τους μετασχηματισμούς
     κλητική μετασχηματισμέ μετασχηματισμοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετασχηματισμός < μετά + σχηματισμός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.sçi.ma.ti.ˈzmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετασχηματισμός αρσενικό

  1. (μαθηματικά) τύπος υπολογισμού ενός μαθηματικού αντικειμένου, όταν αλλάζει το σύστημα αναφοράς, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο μετράται

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]