μεταφραστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταφραστής μεταφραστές
γενική μεταφραστή μεταφραστών
αιτιατική μεταφραστή μεταφραστές
κλητική μεταφραστή μεταφραστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μεταφραστής < ελληνιστική κοινή < μεταφράζω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɛ.ta.fɾa.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μεταφραστής αρσενικό

  1. αυτός που αποδίδει το περιεχόμενο προφορικού ή γραπτού λόγου σε άλλη γλώσσα από αυτή του προτύπου
  2. αυτός που έχει σαν επάγγελμα τη μετάφραση κειμένων από και προς μια ξένη γλώσσα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]