μεταφτερό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεταφτερό μεταφτερά
γενική μεταφτερού μεταφτερών
αιτιατική μεταφτερό μεταφτερά
κλητική μεταφτερό μεταφτερά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μεταφτερό αρσενικό (νεολογισμός)

  1. (ορνιθολογία) ανατομικό τμήμα φτερού πτηνών
  2. (αεροπορικός όρος) τμήμα ή περιοχή φτερού αεροσκάφους, κινούμενη αεροτομή (flap) βάσης φτερού