μεταφυσικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μεταφυσικός μεταφυσική μεταφυσικό
γενική μεταφυσικού μεταφυσικής μεταφυσικού
αιτιατική μεταφυσικό μεταφυσική μεταφυσικό
κλητική μεταφυσικέ μεταφυσική μεταφυσικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μεταφυσικοί μεταφυσικές μεταφυσικά
γενική μεταφυσικών μεταφυσικών μεταφυσικών
αιτιατική μεταφυσικούς μεταφυσικές μεταφυσικά
κλητική μεταφυσικοί μεταφυσικές μεταφυσικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταφυσικός < μεταφυσική

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μεταφυσικός

  1. (φιλοσοφία), (θρησκεία) που ασχολείται με τη μεταφυσική
  2. (μεταφορικά ή κυριολεκτικά) ο υπερβατικός, που προκαλεί το δέος
  3. ο πολύ δύσκολος στη σύλληψη, ο δυσκολονόητος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]