μεταφυτεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μεταφυτεύω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μεταφυτεύω

  1. βγάζω ένα φυτό, μαζί με το ρίζωμά του, από τη θέση που βρίσκεται και το τοποθετώ, το φυτεύω, σε άλλη θέση ή γλάστρα
  2. (μεταφορικά) διαδίδω, και πετυχαίνω να επιβιώσουν, ιδέες, ήθη ή έθιμα από άλλο τόπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]