μεταϋλικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μεταϋλικό τα μεταϋλικά
      γενική του μεταϋλικού των μεταϋλικών
    αιτιατική το μεταϋλικό τα μεταϋλικά
     κλητική μεταϋλικό μεταϋλικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μεταϋλικό < μετα- + υλικό (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική metamaterial)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /me.ta.i.liˈko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐τα‐υ‐λι‐κό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μεταϋλικό ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]