μετεωρολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Μετεωρολογία

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μετεωρολογία οι μετεωρολογίες
      γενική της μετεωρολογίας των μετεωρολογιών
    αιτιατική τη μετεωρολογία τις μετεωρολογίες
     κλητική μετεωρολογία μετεωρολογίες
Ο πληθυντικός είναι καταχρηστικός
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετεωρολογία < αρχαία ελληνική μετεωρολογία < μετεωρολόγος < μετέωρον + λέγω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική météorologie)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /me.te.o.ɾo.loˈʝi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: με‐τε‐ω‐ρο‐λο‐γί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετεωρολογία θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]