μετρητά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετρητά < πληθυντικός του ουδετέρου του ρηματικού επιθέτου μετρητός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετρητά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δεν είχα μαζί μου μετρητά και έτσι πλήρωσα με την πιστωτική μου κάρτα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

μετρητά