Μετάβαση στο περιεχόμενο

μετρητής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μετρητής οι μετρητές
      γενική του μετρητή των μετρητών
    αιτιατική τον μετρητή τους μετρητές
     κλητική μετρητή μετρητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μετρητές ηλεκτρικού ρεύματος

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μετρητής < αρχαία ελληνική μετρητής

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈ ˈsiɱ.fo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός:


Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μετρητής αρσενικό

  1. όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
  2. (ειδικότερα) συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ
     συνώνυμα: ρολόι
  3. το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου
  4. (πληροφορική) μεταβλητή, θέση μνήμης κλπ., το περιεχόμενο των οποίων αυξάνεται όταν συμβαίνει κάποιο γεγονός
     συνώνυμα: απαριθμητής
  5. (γλωσσολογία) λέξη ή μόρφημα που συνδυάζεται με έναν αριθμό για την δήλωση του αριθμού των ουσιαστικών, κυρίως σε ασιατικές γλώσσες όπως τα ιαπωνικά, τα κορεατικά και τα κινεζικά
     συνώνυμα: λέξη μέτρησης

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

μετρητής