μετρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετρητής μετρητές
γενική μετρητή μετρητών
αιτιατική μετρητή μετρητές
κλητική μετρητή μετρητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετρητής < αρχαία ελληνική μετρητής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετρητής αρσενικό

  1. όργανο μέτρησης ενός μεγέθους
  2. (ειδικότερα) συσκευή που καταγράφει την κατανάλωση ή τη ροή, πχ νερού, ηλεκτρικού ρεύματος κλπ
    συνώνυμα: ρολόι
  3. το πρόσωπο που καταγράφει τις ενδείξεις μιας τέτοιας συσκευής ή οργάνου

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

μετρητής