μετρονόμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μετρονόμος μετρονόμοι
γενική μετρονόμου μετρονόμων
αιτιατική μετρονόμο μετρονόμους
κλητική μετρονόμε μετρονόμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετρονόμος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική métronome < αρχαία ελληνική μέτρον + νόμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μετρονόμος αρσενικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]