μετόπωρον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μετόπωρον <

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

το μετόπωρον και αργότερα μεθόπωρον

  1. το φθινόπωρο, που λεγόταν και μετόπωρο,δηλαδή η εποχή μετά την ὀπώρα
    τοῦ ἔτους πρὸς μετόπωρον ἤδη ὄντος
    ἢν δὲ τὸ θέρος αὐχμηρὸν γένηται καὶ βόρειον, τὸ δὲ μετόπωρον ἔπομβρον καὶ νότιον, κεφαλαλγίας ἐς τὸν χειμῶνα
  2. (μεταφορικά) η ώριμη ηλικία
    τὸ μετόπωρον τοῦ κάλλους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Arrows blue.png Δείτε επίσης : φθινόπωρον