μηδέ κάρφος κινεῖν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]μηδὲ κάρφος κινεῖν (ελληνιστική κοινή)
- παραμένω ήσυχος
- ※ 3oς πκε αιώνας, Ἡρώδας ή Ἡρώνδας, Μιμίαμβοι, 3.67 (στίχοι 3.66-3.67)
- ἐγώ σε θήσω κοσμιώτερον κούρης, | κινεῦντα μηδὲ κάρφος, εἰ τό γ᾽ ἤδιστον.
- Θα σε κάνω εγώ πιο κόσμιο και από κορίτσι, | να μην πειράζεις ούτε άχυρο, αν αυτό είναι που θέλεις.
- Μετάφραση (2002), Θ.Κ. Στεφανόπουλος @greek‑language.gr
- ἐγώ σε θήσω κοσμιώτερον κούρης, | κινεῦντα μηδὲ κάρφος, εἰ τό γ᾽ ἤδιστον.
- ※ 10ος κε αιώνας ⌘ Λεξικό Σουίδα, Βιβλίο 3.Μ.872 @scaife.perseus
- Μηδὲ κάρφοϲ κινεῖν: ἐπὶ τοῦ ἡϲύχου.
- ※ 3oς πκε αιώνας, Ἡρώδας ή Ἡρώνδας, Μιμίαμβοι, 3.67 (στίχοι 3.66-3.67)