μηδενικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηδενικότητα μηδενικότητες
γενική μηδενικότητας μηδενικοτήτων
αιτιατική μηδενικότητα μηδενικότητες
κλητική μηδενικότητα μηδενικότητες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. μηδενικότητα, ανυπαρξία, μη ύπαρξη, μη υπόσταση
  2. (μεταφορικά) για κάτι ποταπό, ανήθικο, μη αξιακό, μηδαμινό, ασήμαντο, ανούσιο, μάταιο, άκαρπο, ασύμφορο, μη αποδοτικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]