μηδενισμένη βαθμίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μηδενισμένη βαθμίδα < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Nullstufe
Έκφραση
[επεξεργασία]μηδενισμένη βαθμίδα θηλυκό
- (γλωσσολογία) μεταπτωτική βαθμίδα όπου το θεματικό φωνήεν χάνεται
- ≈ συνώνυμα: μηδενική βαθμίδα, βαθμίδα Μ
(μεταπτωτική σειρά Ε) λείπ-ω > ἔ-λιπ-ον
(μεταπτωτική σειρά Α) (Χρειάζεται επεξεργασία)
- Σημείωση: Αρκετοί σύγχρονοι γλωσσολόγοι εντάσσουν τη συνεσταλμένη βαθμίδα σε αυτή τη βαθμίδα αλλά παραδοσιακά διακρίνονται ως δύο ξεχωριστές βαθμίδες.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηδενισμένη βαθμίδα