μηλαράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηλαράκι μηλαράκια
γενική
αιτιατική μηλαράκι μηλαράκια
κλητική μηλαράκι μηλαράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηλαράκι < υποκοριστικό του μήλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηλαράκι ουδέτερο

  1. μικρό μήλο
  2. (γαστρονομία): γλυκό του κουταλιού από μήλο
  3. πόντος σε παιχνίδια, ή σε αγορά - κατανάλωση προϊόντων

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]