μηλοδιαλογέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηλοδιαλογέας μηλοδιαλογείς
γενική μηλοδιαλογέα μηλοδιαλογέων
αιτιατική μηλοδιαλογέα μηλοδιαλογείς
κλητική μηλοδιαλογέα μηλοδιαλογείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηλοδιαλογέας < μήλο + διαλογέας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηλοδιαλογέας, αρσενικό, πληθυντικός μηλοδιαλογείς

  1. χειρώνακτας εργάτης που επιχειρεί μηλοδιαλογή, ξεδιάλεγμα μήλων
  2. αυτόματη γραμμική μηχανή που εκτελεί μηλοδιαλογή, ταξινόμηση μέχρι και συσκευασία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]