μηλόξιδο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μηλόξιδο ουδέτερο
- (γαστρονομία) φυσικό προϊόν ζύμωσης χυμού μήλων που χρησιμοποιείται ως ντρέσινγκ σε σαλάτες αλλά και ως θεραπευτικό - βάλσαμο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηλόξιδο
|
|