μηνίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μηνίσκος οι μηνίσκοι
      γενική του μηνίσκου των μηνίσκων
    αιτιατική τον μηνίσκο τους μηνίσκους
     κλητική μηνίσκε μηνίσκοι
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηνίσκος < αρχαία ελληνική μηνίσκος < υποκοριστικό του Μήνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηνίσκος (σχήμα)

μηνίσκος αρσενικό

  1. το σχήμα του μισοφέγγαρου
  2. χόνδρος σε σχήμα μηνίσκου που βρίσκεται μεταξύ των δύο οστών μιας άρθρωσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]