μηρυκαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μηρυκαστικός μηρυκαστική μηρυκαστικό
γενική μηρυκαστικού μηρυκαστικής μηρυκαστικού
αιτιατική μηρυκαστικό μηρυκαστική μηρυκαστικό
κλητική μηρυκαστικέ μηρυκαστική μηρυκαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μηρυκαστικοί μηρυκαστικές μηρυκαστικά
γενική μηρυκαστικών μηρυκαστικών μηρυκαστικών
αιτιατική μηρυκαστικούς μηρυκαστικές μηρυκαστικά
κλητική μηρυκαστικοί μηρυκαστικές μηρυκαστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηρυκαστικός < από το ρήμα μηρυκάζω.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μηρυκαστικός

Λέγεται στον πληθυντικό (μηρυκαστικά) για τα ζώα που αναμασούν την τροφή τους.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]