μηχανεύομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μηχανεύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μηχανεύομαι.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /mi.xaˈne.vo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μη‐χα‐νεύ‐ο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]μηχανεύομαι (μεταβατικό) (αποθετικό)
- (αρνητική συνυποδήλωση) επινοώ τέχνασμα, συνήθως πονηρό σχέδιο, για να επιτύχω κάτι ή να εξαπατήσω κάποιον
- ※ 1920 Χαράλαμπος Ἄννινος, Ὁ δεκάλογος ἐν οὐρανοῖς, στο Ἀττικαὶ ἡμέραι
- ὁ Σατανᾶς κατήντησε νὰ γίνῃ τεμπέλης, δὲν μηχανεύεται πλέον δόλους διὰ νὰ κερδίσῃ ψυχάς, πηγαίνουν μόνοι τους οἱ μουστερήδες! Ἄλλοτε ἤρχετο κάπου κάπου νὰ μου ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ πειράξῃ κανέναν, τὸν Ἰώβ, τὸν Φάουστ.... τώρα οὔτε κἂν καταδέχεται. Ἄσχημη δουλειά!
- ≈ συνώνυμα: εξυφαίνω, σκαρώνω, σκαρφίζομαι, σοφίζομαι, τεχνάζομαι
- ※ 1920 Χαράλαμπος Ἄννινος, Ὁ δεκάλογος ἐν οὐρανοῖς, στο Ἀττικαὶ ἡμέραι
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μηχανεύομαι | μηχανευόμουν(α) | θα μηχανεύομαι | να μηχανεύομαι | ||
| β' ενικ. | μηχανεύεσαι | μηχανευόσουν(α) | θα μηχανεύεσαι | να μηχανεύεσαι | (μηχανεύου) | |
| γ' ενικ. | μηχανεύεται | μηχανευόταν(ε) | θα μηχανεύεται | να μηχανεύεται | ||
| α' πληθ. | μηχανευόμαστε | μηχανευόμαστε μηχανευόμασταν |
θα μηχανευόμαστε | να μηχανευόμαστε | ||
| β' πληθ. | μηχανεύεστε | μηχανευόσαστε μηχανευόσασταν |
θα μηχανεύεστε | να μηχανεύεστε | (μηχανεύεστε) | |
| γ' πληθ. | μηχανεύονται | μηχανεύονταν μηχανευόντουσαν |
θα μηχανεύονται | να μηχανεύονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μηχανεύτηκα | θα μηχανευτώ | να μηχανευτώ | μηχανευτεί | ||
| β' ενικ. | μηχανεύτηκες | θα μηχανευτείς | να μηχανευτείς | μηχανεύσου | ||
| γ' ενικ. | μηχανεύτηκε | θα μηχανευτεί | να μηχανευτεί | |||
| α' πληθ. | μηχανευτήκαμε | θα μηχανευτούμε | να μηχανευτούμε | |||
| β' πληθ. | μηχανευτήκατε | θα μηχανευτείτε | να μηχανευτείτε | μηχανευτείτε | ||
| γ' πληθ. | μηχανεύτηκαν μηχανευτήκαν(ε) |
θα μηχανευτούν(ε) | να μηχανευτούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μηχανευτεί | είχα μηχανευτεί | θα έχω μηχανευτεί | να έχω μηχανευτεί | ||
| β' ενικ. | έχεις μηχανευτεί | είχες μηχανευτεί | θα έχεις μηχανευτεί | να έχεις μηχανευτεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μηχανευτεί | είχε μηχανευτεί | θα έχει μηχανευτεί | να έχει μηχανευτεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μηχανευτεί | είχαμε μηχανευτεί | θα έχουμε μηχανευτεί | να έχουμε μηχανευτεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μηχανευτεί | είχατε μηχανευτεί | θα έχετε μηχανευτεί | να έχετε μηχανευτεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μηχανευτεί | είχαν μηχανευτεί | θα έχουν μηχανευτεί | να έχουν μηχανευτεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηχανεύομαι
Πηγές
[επεξεργασία]- μηχανεύομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μηχανεύομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)