μηχανικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανικός < (ουσιαστικό) μηχανή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανικός μηχανικοί
γενική μηχανικού μηχανικών
αιτιατική μηχανικό μηχανικούς
κλητική μηχανικέ μηχανικοί

μηχανικός αρσενικό ή θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανικός< (επίθετο) αρχαία ελληνική μηχανικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μηχανικός μηχανική μηχανικό
γενική μηχανικού μηχανικής μηχανικού
αιτιατική μηχανικό μηχανική μηχανικό
κλητική μηχανικέ μηχανική μηχανικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μηχανικοί μηχανικές μηχανικά
γενική μηχανικών μηχανικών μηχανικών
αιτιατική μηχανικούς μηχανικές μηχανικά
κλητική μηχανικοί μηχανικές μηχανικά

μηχανικός

  1. που ανήκει, αναφέρεται ή γίνεται με μηχανή
    εκτός από τα ηλεκτρικά, νομίζω πως έχει και μηχανική βλάβη
  2. (μεταφορικά) που γίνεται αυτόματα, χωρίς σκέψη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αυτόματος, ενστικτώδης
    για να μην παρεξηγηθώ, να διευκρινίσω ότι η κίνηση που έκανα ήταν εντελώς μηχανική

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]