μηχανοκάικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανοκάικο μηχανοκάικα
γενική μηχανοκάικου μηχανοκάικων
αιτιατική μηχανοκάικο μηχανοκάικα
κλητική μηχανοκάικο μηχανοκάικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανοκάικο < μηχανή + -ο- + καΐκι + -ο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανοκάικο ουδέτερο

  1. τύπος αλιευτικού πλοιαρίου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]