Μετάβαση στο περιεχόμενο

μηχανολόγε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

μηχανολόγε αρσενικό ή θηλυκό