μηχανολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανολόγος μηχανολόγοι
γενική μηχανολόγου μηχανολόγων
αιτιατική μηχανολόγο μηχανολόγους
κλητική μηχανολόγε μηχανολόγοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανολόγος < μηχανή + -λόγος (εκ του λέγω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανολόγος αρσενικό ή θηλυκό

  • (μηχανολογία): ειδικευμένος μηχανικός στην κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, επίβλεψη και συντήρηση μηχανών και των συναφών εγκαταστάσεων.

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ο όρος χρησιμοποιείται κυρίως για επιμέρους μικρές μηχανές και εγκαταστάσεις έναντι των μεγάλης ισχύος μηχανών όπου και γίνεται χρήση του ευρύτερου όρου μηχανικός.
  • ανάλογα του τύπου των μηχανών ο μηχανολόγος λαμβάνει και αντίστοιχο χαρακτηρισμό π.χ. μηχανολόγος αυτοκινήτων, εξωλέμβιων μηχανών, μηχανολόγος - ηλεκτρολόγος, μηχανολόγος ψυκτικός κ.λπ.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]