μηχανοστάσιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
γενική μηχανοστασίου μηχανοστασίων
αιτιατική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
κλητική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μηχανοστάσιο < μηχανή + -στάσιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μηχανοστάσιο ουδέτερο

  1. (τεχνολογία), (μηχανολογία): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, κ.λπ.
  2. (σιδηροδρομικός όρος): ο χώρος στάθμευσης - συντήρησης - επισκευής των μηχανών έλξης ή άλλων των τροχιοδρομικών ή σιδηροδρομικών οχημάτων.
  3. (ναυτικός όρος): το διαμέρισμα όπου είναι εγκατεστημένες οι μηχανές ενός πλοίου.
ο καπετάνιος κατέβηκε στο μηχανοστάσιο μαζί με τον πρώτο μηχανικό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]