μηχανοστάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
γενική μηχανοστασίου μηχανοστασίων
αιτιατική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια
κλητική μηχανοστάσιο μηχανοστάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μηχανοστάσιο < μηχανή + -στάσιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μηχανοστάσιο ουδέτερο

  • (τεχνολογία), (μηχανολογία), (ναυτικός όρος): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, πλοίου κ.λπ.
ο καπετάνιος κατέβηκε στο μηχανοστάσιο μαζί με τον πρώτο μηχανικό

32πχ Μεταφράσεις[]