μιασματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μιασματικός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- μιασματικότητα
- → δείτε τις λέξεις μίασμα και μιαίνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μιασματικός
|
|