μιγάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μιγάς μιγάδες
γενική μιγά μιγάδων
αιτιατική μιγά μιγάδες
κλητική μιγά μιγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό (και θηλυκό: μιγάδα)

  1. αυτός/αυτή που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές

32πχ Μεταφράσεις[]