μιγάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μιγάς μιγάδες
γενική μιγά μιγάδων
αιτιατική μιγά μιγάδες
κλητική μιγά μιγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι < ινδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)
  2. μιγάς (θρησκεία) < μεσαιωνική ελληνική μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι < ινδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό (και θηλυκό: μιγάδα)

  1. (για ανθρώπους, ζώα, φυτά κ.λπ.) που οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές μιγάδας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πολυφυλετικός
  2. (μαθηματικά) μιγαδικός
  3. (θρησκεία) μοναχός που μονάζει σε κοινόβιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοινοβιάτης
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: αναχωρητής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Device of the Palaiologos Dynasty.svg Μεσαιωνική ελληνική (gkm) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μιγάς μιγάδε μιγάδες
Γενική μιγάδος μιγάδοιν μιγάδων
Δοτική μιγάδι μιγάδοιν μιγάσι(ν)
Αιτιατική μιγάδα μιγάδε μιγάδας
Κλητική μιγάς μιγάδε μιγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς < μείγνυμι < ινδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό

  1. μιγάδας
  2. (θρησκεία) κοινοβιάτης μοναχός, μιγάς

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική μιγάς μιγάδε μιγάδες
Γενική μιγάδος μιγάδοιν μιγάδων
Δοτική μιγάδι μιγάδοιν μιγάσι(ν)
Αιτιατική μιγάδα μιγάδε μιγάδας
Κλητική μιγάς μιγάδε μιγάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μιγάς < μείγνυμι < ινδοευρωπαϊκή *meyǵ-, *meyḱ- (αναμειγνύω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μιγάς αρσενικό ή θηλυκό

  1. ανακατεμένος
  2. (ελληνιστική κοινή) μισός Έλληνας και μισός ξένοςβάρβαρος»)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μιξοβάρβαρος