μικροαερόφιλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]μικροαερόφιλος, -η, -ο
- (βιολογία): έμβιος οργανισμός που απαιτεί λίγο οξυγόνο για την ανάπτυξή του.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μικροαερόφιλος
|
|