Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικροαερόφιλος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μικροαερόφιλος η μικροαερόφιλη το μικροαερόφιλο
      γενική του μικροαερόφιλου της μικροαερόφιλης του μικροαερόφιλου
    αιτιατική τον μικροαερόφιλο τη μικροαερόφιλη το μικροαερόφιλο
     κλητική μικροαερόφιλε μικροαερόφιλη μικροαερόφιλο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μικροαερόφιλοι οι μικροαερόφιλες τα μικροαερόφιλα
      γενική των μικροαερόφιλων των μικροαερόφιλων των μικροαερόφιλων
    αιτιατική τους μικροαερόφιλους τις μικροαερόφιλες τα μικροαερόφιλα
     κλητική μικροαερόφιλοι μικροαερόφιλες μικροαερόφιλα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικροαερόφιλος < μικρό- + αερόφιλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

μικροαερόφιλος, -η, -ο

  • (βιολογία): έμβιος οργανισμός που απαιτεί λίγο οξυγόνο για την ανάπτυξή του.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]