Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικροβιόμετρον

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικροβιόμετρον, -ου ουδέτερο