Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικροβόλτ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικροβόλτ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική microvolt < αρχαία ελληνική μικρός + volt < ιταλική Alessandro Volta < volta

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικροβόλτ ουδέτερο άκλιτο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]