Μετάβαση στο περιεχόμενο

μικρογονιμοποίηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μικρογονιμοποίηση οι μικρογονιμοποιήσεις
      γενική της μικρογονιμοποίησης* των μικρογονιμοποιήσεων
    αιτιατική τη μικρογονιμοποίηση τις μικρογονιμοποιήσεις
     κλητική μικρογονιμοποίηση μικρογονιμοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, μικρογονιμοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μικρογονιμοποίηση < μικρο- + γονιμοποίηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μικρογονιμοποίηση θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]