μικρολόγος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μικρολόγος < αρχαία ελληνική μικρολόγος < μικρός + λέγω

Επίθετο[επεξεργασία]

μικρολόγος

  1. που κάνει θέμα μηδαμινά ζητήματα, που γίνεται μικροπρεπής, συζητεί μικρότητες, ασημαντότητες, κουτσομπολιά, με πινελιά κακίας
    Υπάρχουν σοβαρά θέματα και εσύ γίνεσαι μικρολόγος και κατεβάζεις το επίπεδο της συζήτησης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]